expr:class='"loading" + data:blog.mobileClass'>
The motion pictures tell us the human story by overcoming the forms of the outer world,namely, space, time, and causality,
and by adjusting the events to the forms of the inner world,namely, attention, memory, imagination, and emotion.

Σκοπός του ιστολογίου

Στο ιστολόγιο αυτό επιχειρούμε να δείξουμε ότι ο κινηματογράφος έχει την δυνατότητα να σκέφτεται φιλοσοφικά και κυρίως να εμφανίζει το νόημα του οπτικά μέσα στις εικόνες. Η σύνθεση των εικόνων (που αφορούν την αίσθηση) και της σκέψης (που αφορά τη νόηση) γεννά τις κινηματογραφικές μορφές. Καλούμαστε να νιώσουμε τις κινηματογραφικές ταινίες και όχι απλώς να τις καταλάβουμε.

25.9.11

Μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη

* Στις αναρτήσεις αυτές επιχειρούμε να δείξουμε ότι ο κινηματογράφος έχει την δυνατότητα να σκέφτεται φιλοσοφικά και κυρίως να εμφανίζει το νόημα του οπτικά μέσα στις εικόνες. Η σύνθεση των εικόνων (που αφορούν την αίσθηση) και της σκέψης (που αφορά τη νόηση) γεννά τις μορφές. Καλούμαστε να νιώσουμε τις κινηματογραφικές ταινίες και όχι απλώς να τις καταλάβουμε.


Στο Μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη (1961), ο Bergman διερευνά την κοινή ενδόρρηξη (την προς τα μέσα κατάρρευση) της κοσμικής διάστασης (του κόσμου των ανθρώπινων σχέσεων), όσο και μιας υπερκοσμικής διάστασης (της υπερβατικής σχέσης με τον Θεό).

 
Θα επιχειρήσουμε να δείξουμε τον τρόπο με τον οποίο ο Bergman επιχειρεί -την ίδια στιγμή που βυθίζει τις ρίζες του ολοένα βαθύτερα στο χώμα- να εξυψώσει την κατάσταση που κινηματογραφεί. Να απελευθερώσει τα πρόσωπα και τον χώρο που τα φιλοξενεί από την ρεαλιστική και χρονολογήσιμη διάστασή τους και να φανερώσει στο περιβάλλον των εικόνων του, ένα νόημα που δεν δηλώνεται λεκτικά (δεν το συναντάμε στους διαλόγους μεταξύ των ηθοποιών, ούτε προκύπτει από την δράση τους) αλλά συγκρατείται μέσα στις εικόνες και εκφράζεται οπτικά και ακουστικά, με τέσσερις τρόπους:

1. Τις διακυμάνσεις των φωτοσκιάσεων.
2. Τα κοντινά  πλάνα στα πρόσωπα των δύο ηθοποιών.
3. Την καθοριστική χρήση του ήχου και της μουσικής.
4. Την λογίκη της εναλλαγής ανάμεσα στα κοντινά και τα μακρινά πλάνα, χωρίς την χρήση του ενδιάμεσου μεσαίου πλάνου.

Θα αναφερθούμε σε ένα μόνο λεπτό της ταινίας, στο βίντεο-απόσπασμα που ακολουθεί (0:30 έως 1:30). 



Πρώτα όμως μια -κατά το δυνατόν- σύντομη περίληψη της πλοκής μέχρι να φτάσουμε εκεί.

Σε ένα νησί, στη διάρκεια των διακοπών, τέσσερεις άνθρωποι βγαίνουν από το νερό. Η Karin που υποφέρει από διανοητικές διαταραχές, ο σύζυγός της Martin που είναι γιατρός, o μικρός αδελφός της Minus, και ο πατέρας των δύο παιδιών, David, που είναι μυθιστοριογράφος και ταξιδεύει συνεχώς έχοντας χάσει την επαφή με τα παιδιά του. 


Ο πατέρας έχει μόλις επιστρέψει από το τελευταίο του ταξίδι και τα παιδία γιορτάζουν τη σύντομη επίσκεψή του, σκηνοθετώντας και παίζοντας μια μικρή κωμωδία δικής τους έμπνευσης.

Στη διάρκεια της ίδιας νύχτας, η Karin περιπλανιέται μέσα στο σπίτι και καταλήγει στη σοφίτα, όπου η υπερευαισθησία της αρρώστιας της την κάνει να ανακαλύπτει νέες μορφές στην παλιά ταπετσαρία του τοίχου και να ακούει ήχους που έρχονται μέσα απ’ αυτόν. Αργότερα, επωφελούμενη από την απουσία του πατέρα της, ψάχνει στο γραφείο του και βρίσκει το ημερολόγιό του, που της κρατούσε κρυφό και το οποίο επιβεβαιώνει πως, η κατάσταση της υγείας της είναι ανίατη.
   
Το επόμενο πρωί, και ενώ ο Martin και ο David φεύγουν με τη βάρκα, η Karin θα προσκαλέσει τον αδερφό της για να μοιραστεί μαζί του το μυστικό της και τα φαντάσματά της. Αφού πρώτα ξαπλώσουν μαζί στον ήλιο θα καταλήξουν, κατά τη διάρκεια μιας σύντομης καταιγίδας, στην κοιλία του ναυαγίου ενός πλοίου που το κύμα έχει βγάλει στην ακτή κοντά στο σπίτι τους.

 

Τα δύο πρόσωπα αποκαλύπτονται καθώς ακουμπούν διαγώνια (η Karin στρέφει αργά προς τα δεξιά το πρόσωπό της, ακουμπώντας το κεφάλι της στον ώμο του Minus) γεμίζοντας το χώρο του κοντινού πλάνου (βλ. 0:30 έως 0:50) O πλευρικός φωτισμός αποδίδει μια ανάγλυφικότητα στα δύο πρόσωπα εντείνοντας της εκφραστικότητά τους, φέρνοντας στην επιφάνειά τις πιο μύχιες εσωτερικές κινήσεις του ψυχισμόυ τους. Το κοντινό πλάνο μας δίνει μια ασυνήθιστη όψη των προσώπων αφου είναι γεγονός, ότι δεν είμαστε συνηθισμένοι να βλέπουμε από τόσο κοντά τους ανθρώπους. Αυτό η ανοίκεια όψη εντείνει την προσοχή μας και καθιστά κάθε στοιχείο των δύο προσώπων περισσότερο εκφραστικό, αφού τώρα μπορόυμε να δούμε όλα όσα χάνονται σε ένα μεσαίο ή μακρινό πλάνο. Στο κοντινό πλάνο δεν βλέπουμε απλώς δύο πρόσωπα στο εσωτερικό ενός ναυαγίου, αλλά βλέπουμε ΤΑ πρόσωπα και μονο αυτά. Τα πρόσωπα έχουν αφήσει για λίγο κάθε αναφορά τους σε στοιχεία του χώρου και του χρόνου, αντιπαραθέτουν έτσι το δικό τους μυστήριο στην χρονολογήσιμη ροή των γεγονότων. Ακτινοβολούν το μυστικό νόημά τους στο χώρο που τα φιλοξενεί. Στο επόμενο πλάνο ο χώρος θα αναλάβει να δράσει εκ μέρους των προσώπων.

Καθώς από το κοντινό πλάνο στα δύο πρόσωπα περνάμε σε ένα μακρινό πλάνο του εσωτερικού του ναυαγίου (βλ. 0:50 έως 1:22) είναι τα στοιχεία του χώρου, του ήχου και του φωτός εκείνα που αναλαμβάνουν να εκφράσουν τώρα τη διαπνέουσα ατμόσφαιρα.


Τα οριζόντια, κάθετα και διαγώνια διανύσματα που ορίζουν τα ξύλινα δοκάρια στα αριστερά της εικόνας και η ραχοκοκαλιά της βάσης του πλοίου στην κάτω δεξιά μεριά, έχουν χάσει τη συμμετρία και τη γεωμετρική ισορροπία τους (η κάθετη και οριζόντια συμμετρία και γεωμετρική ισορροπία στη σύνθεση των πλάνων είναι κανόνας σε όλόκληρη της υπόλοιπη ταινία) τονίζοντας το έκκεντρο του χώρου, και αποδίδουν σε αυτόν μια ανησυχητική κλίση προς τα αριστερά, η οποία εντείνει την παρουσία των όγκων και των γραμμών εντός του. Η έντονα φωτισμένη κοίλη επιφάνεια στα αριστερά και η φωτοσκίαση που, υπό τη μορφή διαδοχικών ραβδώσεων, διατρέχει τη σκηνή, καταλύουν τα περιγράμματα σε ορισμένα σημεία του χώρου, του δίνουν μεγαλύτερο βάθος και αναβαθμίζουν την εμφατικότητα και την υποκειμενικότητά του, καθώς αυτός (ο χώρος) τείνει να μιλήσει αυτοπροσώπως για τα δρώμενα που παρακολουθούμε .
   
Η διάρκεια του στατικού πλάνου είναι ασυνήθιστα μεγάλη, καθιστώντας έτσι ολοένα εντονότερη την παρουσία ηχητικών στοιχείων, όπως της μουσικής σουίτας του Μπάχ –που είναι ο μόνος μη φυσικός ήχος που ακούγεται στην ταινία- και του επαναλαμβανόμενου tempo των σταγόνων της βροχής. Καθώς η εκφραστική ορμή των μορφών, στην παρούσα σκηνή, δε θα επέτρεπε στη μουσική να κατέχει απλώς τη θέση μιας συγχορδιακής υποστήριξης στην οπτική τους μελωδία, η σουίτα του Μπάχ διατηρεί τη δική της νοηματική ένταση, κινούμενη αντιστικτικά, και δραματοποιεί την οπτική δυναμική των εικόνων. 

Την ίδια στιγμή, η επαναλαμβανόμενη και ρυθμική ηχητική παρουσία των σταγόνων της βροχής, οι φευγαλέες αντανακλάσεις στην επιφάνεια του νερού –στα δεξιά του πλάνου- και οι μικροί κυματισμοί που προκαλούνται από την πτώση των σταγόνων, δημιουργούν ρέουσες ρυθμικές αξίες, εισάγοντας μια δονούμενη χρονικότητα στην εικόνα και εξυψώνοντας τον ρεαλισμό των απεικονιζόμενων.

Καθώς αυτό το εξαιρετικής σημασίας πλάνο καταγράφει τους ρυθμούς των φωτοσκιάσεων, τις μικροσυσπάσεις των αντανακλάσεων του φωτός στο νερό και τα ρυθμικά ανατριχιάσματα των ήχων, εγγράφει με αυτό τον τρόπο τις μορφές όχι μόνο στην κίνησή τους (ή στην ακινησία τους) αλλά και στο ρίγος του χρόνου τους. Κάθε στοιχείο της εικόνας, με την οπτικοακουστική του συμπεριφορά, αυξάνει την ένταση της παρουσίας του στο χώρο, αναβαθμίζοντας παράλληλα την εμφάνιση των δρώμενων. Έτσι ο χώρος, με τη συνεργασία οπτικών και ακουστικών μικρορυθμών, αναλαμβάνει τη διάσταση της χρονικότητας των γεγονότων, απελευθερώνοντάς τα από την γραμμική αλληλουχία της εξωτερικής δράσης. Το γεγονός που παρακολουθούμε είναι διαποτισμένο οπτικά και ηχητίκα με μια κρισιμότητα που του επιτρέπει να διεκδικεί την δική του αξία στο χρόνο.
   
Σε αυτή την απόλυτη στιγμή, οι μορφές εμφανίζουν την αίσθηση ενός αρχέγονου κόσμου, που εντός του το μυστικό –το οποίο παρέμενε κρυμμένο κάτω από την επιφάνεια των καταστάσεων- ανακοινώνει τη δική του αλήθεια. Μέσα σε αυτή τη διστακτική, αλλά διαποτισμένη με νόημα, ακινησία αναζητούμε το ανεπαίσθητο τρεμούλιασμα των δύο προσώπων που μας φανερώνει πως ζουν. Οι μορφές των δύο παιδιών μοιάζουν παγιδευμένες στο βάθος του χώρου, ανάμεσα σε δύο κάθετα ξύλινα δοκάρια που συγκλίνουν προς τα πάνω.
   
Ο Minus παραμένει καθισμένος. Ζει ένα είδος αιωνιότητας μαζί με την αδελφή του που κρατάει αγκαλιά. Η πραγματικότητα, όπως είχε μάθει να την γνωρίζει μέχρι αυτή τη μέρα, έχει καταρρεύσει. Το πρόσωπό του έχει σκίσει κάθε ευσπλαχνική άγνοια που τύλιγε την ύπαρξή του. Από δω και πέρα οι αισθήσεις του μεταμορφώνονται και σκληραίνουν, η ευαισθησία του οξύνεται και περνά από τα παιχνίδια της εφηβικής ασυνειδησίας, στην επώδυνη διαύγεια μια ύπαρξης που καλείται να εμφανιστεί μέσα στην ιδιαιτερότητά της.
   
Το μικρό απόσπασμα που σχολιάζουμε ολοκληρώνεται με την επιστροφή σε ένα όχι τόσο κοντινό πλάνο των δύο προσώπων, που τα εντάσσει ως ένα βαθμό μέσα στο χώρο (βλ. 1:22 έως 1:30). Και εδώ πάντως τα δύο πρόσωπα στο κέντρο του κάδρου έχουν όλη της προσοχή μας.


Αυτή η εναλλαγή κοντινού και μακρινού πλάνου, χωρίς την καταφυγή του Bergman στα πιο φυσικά -ενδιάμεσα- μεσαία πλάνα, που θα καθιστούσαν περισσότερο ομαλό το πέρασμα, εντείνει τη σχέση του χώρου και του προσώπου, μέσα από μια οπτική λογική αντίθεσης και έλξης. Έχουμε ήδη πει, ότι ο Bergman δεν ενδιαφέρεται μόνο για την καταγραφή της κατάστασης και της δράσης των ηρώων του. Έτσι με την απουσία του μεσαίου πλάνου υποβιβάζεται η σημασία της δράσης. (Το μεσαίο πλάνο χρησιμοποιείται κατ εξοχήν για να παρουσίασει τη δράση, αφού με αυτό το πλάνο δεν είμαστε ούτε πολύ μακρια της ώστε να χάνουμε όλη της την ένταση, ούτε πολύ κοντά της, ώστε να χανόμαστε στις λεπτομέρειες).

Ενόσω το μακρινό πλάνο του εσωτερικού του ναυαγίου τείνει να απωθήσει -σχεδόν ως την εξάλειψή της- την παρουσία των προσώπων εντός του (οι δύο ήρωες μόλις που διακρίνονται στο βάθος του ναυαγίου) ενεργοποιεί την εκφραστικότητα του χώρου, εμφανίζοντας στο εσωτερικό του τις διακυμάνσεις του ήχου και του φωτός, ιδιαιτεροποιώντας έτσι την παρουσία του και αποκτώντας προσωπικό ίχνος. Παύει, δηλαδή, να είναι η ουδέτερη αντικειμενική εμφάνιση ενός χώρου που απλώς φιλοξενεί τη δράση των χαρακτήρων. Ο χώρος αρχίζει να επικοινωνεί με τους ήρωες, επιχειρώντας να συλλάβει και να εκφράσει μέσα από την όψη του και την πνοή του, μια παραλλαγή  της αλήθειας τους και της ψυχικής αγωνίας τους.

Από την άλλη μεριά, στα κοντινά πλάνα, τα πρόσωπα τείνουν να αυτονομηθούν, καθώς αποχωρίζονται προς στιγμήν από τις χωροχρονικές συντεταγμένες τους. Την ίδια στιγμή, η επιφάνεια των προσώπων συνιστά έναν χώρο, που εντός του εμφανίζονται οι πιο κρυφές και λεπτές δυναμικές κινήσεις, που ανήκουν στο ανομολόγητο βάθος της ύπαρξής τους. Έτσι, ο χώρος αποκτά πρόσωπο, και τα πρόσωπα γίνονται προνομιακό χώρος εμφάνισης. Ο χώρος και τα πρόσωπα αποθούνται και έλκονται ταυτόχρονα, ακριβώς επείδη ο Bergman αναπτύσσει την λογική εναλλαγής των πλάνων (το μοντάζ) αναμέσα σε κοντινά και μακρινά πλάνα (αυτό είναι επίσης ένα μοτίβο που εμφανίζεται συνεχώς στην ταινία).
...............................
 Η ανάλυση ήταν ομολογουμένως υπερβολικά μεγάλη σε έκταση (για ένα απόσπασμα ένος μόλις λεπτού) αλλά κάτι τέτοιο ήταν απαραίτητο, μιας και αυτή ήταν η πρώτη απόπειρα να δειχθεί η ικανότητα του κινηματογράφου να συνθέτει και να εμφανίζει οπτικά το νόημα του.

Οι εικόνες δεν χρειάζονται ούτε τη δράση, ούτε τους διαλόγους για να μας μιλήσουν. Φανερώνουν ήδη με έναν αμιγώς κινηματογραφικό -οπτικό- τρόπο το νόημά τους. Αρκεί να έχουμε ανοικτές τις αισθήσεις και τη σκέψη μας για να νιώσουμε το φως και τη σκιά, την κίνηση και την ακινησία, τον ήχο και τη σιωπή, τον χώρο και το χρόνο.

Εδώ ο Bergman χρησιμοποιεί τη σύνθεση του κάδρου, την απόσταση της κάμερας, το μοντάζ, αναδεικνύει την εμφατικότητα του χώρου, τις διακυμάνσεις του φωτός,  την εκφραστικότητα της μουσικής, της ρυθμική παρουσιά του ήχου της βροχής, για να εμφανίσει οπτικά και όχι λεκτικά (άλλωστε ο διάλογος απουσιάζει εντελώς από το συγκεκριμένο απόσπασμα) το νόημα και την κρισιμότητα του επεισοδίου.

* Τι γίνεται όμως σε μια σκήνη όπου υπάρχει διάλογος; Μπορεί η είκόνα να συμπληρώνει ή και να αντιτίθεται στο νόημα που ανακοινώνεται λεκτικά;  Μπορεί ο κινηματογράφος να λέει "ναι" και "οχι" ταυτόχρονα;

Θα δούμε μια τέτοια περίπτωση μέσα από μια σκηνή όπου επικρατεί ο λόγος, τα πρόσωπα και το φως. Στην (κατά τη γνώμη μου σπουδαιότερη ασπρόμαυρη ταινία του Bergman) Persona.

Στο επόμενο.. Persona.

1 σχόλιο:

AlcockHitchfred είπε...

το κείμενο φαίνεται πολύ ενδιαφέρον με πρώτη ματιά. θα φροντίσω να το μελετήσω προσεκτικά στο μέλλον. συγχαρητήρια.

υγ: συγνώμη που δε σας απαντώ στο blog μου. ο υπολογιστής μου κάνει νερά. θα προσπαθήσω να το διορθώσω. (rom-coms=romantic comedies)

ShareThis

comments powered by Disqus
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...