expr:class='"loading" + data:blog.mobileClass'>
The motion pictures tell us the human story by overcoming the forms of the outer world,namely, space, time, and causality,
and by adjusting the events to the forms of the inner world,namely, attention, memory, imagination, and emotion.

Σκοπός του ιστολογίου

Στο ιστολόγιο αυτό επιχειρούμε να δείξουμε ότι ο κινηματογράφος έχει την δυνατότητα να σκέφτεται φιλοσοφικά και κυρίως να εμφανίζει το νόημα του οπτικά μέσα στις εικόνες. Η σύνθεση των εικόνων (που αφορούν την αίσθηση) και της σκέψης (που αφορά τη νόηση) γεννά τις κινηματογραφικές μορφές. Καλούμαστε να νιώσουμε τις κινηματογραφικές ταινίες και όχι απλώς να τις καταλάβουμε.

24.9.11

O μεταφυσικός Bergman. Το πρόβλημα και το μυστήριο.


Εκεί που η επιστήμη καταπιάνεται με προβλήματα, η φιλοσοφία καταπιάνεται με μυστήρια. Και καθώς η φιλοσοφία δεν μπορεί παρά να είναι προσωπική,  εμπλέκει  την ύπαρξη του ανθρώπου που φιλοσοφεί στο μυστήριο που εντός του βυθίζεται.

Το πρόβλημα είναι εξωτερικό ως προς το υποκείμενο. Βρίσκεται εκεί έξω, για όλους, είναι κατ’ αυτή την έννοια αντικειμενικό, “αδιάφορο” ως προς το ποιος θα είναι εκείνος που κάθε φορά θα επιχειρήσει να το επιλύσει. Άλλωστε, αυτός που θα αναλάβει να ερευνήσει το πρόβλημα, όχι μόνο μπορεί αλλά, –επιστημονικά- οφείλει να διατηρήσει μια απόσταση απ’ αυτό. Απόσταση που θα σημάνει την μη-προσωπική –συναισθηματική ή ψυχολογική- εμπλοκή του, αφού κάτι τέτοιο θα θολώσει ενδεχομένως τη σκέψη και την κρίση του. Η απόσταση αυτή θα διασφαλίσει, ως προϋπόθεση, την αντικειμενικότητα της έρευνας και την ορθότητα της απάντησης που θα δοθεί ως λύση στο εκάστοτε πρόβλημα.
   
Από την άλλη μεριά, το μυστήριο δεν είναι εκεί έξω, αλλά μάλλον εκεί κάτω ή εκεί μέσα και  είναι για όλους. Κάθε φορά που συλλογίζομαι στοχαστικά πάνω στο  νόημα του θανάτου (μου), της ελευθερίας (μου) της αγάπης, του Θεού, της ύπαρξης (μου), είναι αναπόφευκτο να κινούμαι ήδη μέσα στο μυστήριο. Καθώς λοιπόν είμαι ήδη πιασμένος στα βρόχια του μυστήριου, αναμετριέμαι μαζί του όχι με κάποια αίσθηση περιέργειας (όπως απέναντι σε ένα πρόβλημα που προσπαθώ να λύσω), αλλά με μια αμφίθυμη διάθεση.

Στο έργο του Bergman η αμφιθυμία αυτή συνίσταται σε δύο κρίσιμες όσο και κεντρικές ποιότητες: την αγωνία και την επιθυμία. Η πρώτη είναι δεμένη με το χώμα και το σώμα, ως αγωνία θανάτου. Η δεύτερη είναι η επιθυμία να ζήσουμε ως αθάνατοι, δηλαδή εκθέτοντας μέσα μας, όσο γίνεται, το ανθρώπινο σε αυτό που το υπερβαίνει.

Το κινηματογραφικό σύμπαν των εικόνων του Bergman είναι μυστηριακό, επειδή δεν καταπιάνεται μόνο με τα προβλήματα εντός των οποίων κινούνται οι χαρακτήρες του στην επιφάνεια των πραγμάτων, αλλά διερευνά και το μυστήριο που αναδύεται από το στοχαστικό βάθος των μορφών του.

Πολύ συχνά οι ταινίες του Bergman “απολαμβάνουν” το εξής προνόμιο: κατηγορούνται πως συνθέτουν έναν κόσμο βαρύ, σκοτεινό, ψυχοπλακωτικό και αδιέξοδο. Και πράγματι, ο Bergman μοιάζει κατ’ επανάληψη σαν να σκάβει στα τυφλά, παγιδεύοντας τους χαρακτήρες του σε ολοένα πιεστικότερες καταστάσεις μοναξιάς, άγχους και αβεβαιότητας, μέχρι αυτοί να καταρρεύσουν.
   
Αλλά γιατί και με ποιόν τρόπο αυτό είναι προνόμιο; Ο Bergman σκάβει στα τυφλά, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι σκάβει χωρίς νόημα. Καταστρέφει αργά και συστηματικά τη σύσταση του περιβάλλοντος στο οποίο ζουν οι ήρωές του, γιατί επιθυμεί διεξόδους. Αυτή είναι η φυσική κινηματογραφική του προδιάθεση: να υποσκάπτει το ίδιο του το περιβάλλον στην αναζήτηση περασμάτων. Καθώς γεμίζει το υπέδαφος τρύπες, η εργασία του κάνει το έδαφος επισφαλές και ασταθές. Και μια μέρα μπορεί ο κόσμος όλος που κινείται αμέριμνα στην επιφάνεια, μέσα στο φως των ανέσεων και των βεβαιοτήτων που επιλύουν προβλήματα, να νιώσει τη γη να κλονίζεται κάτω απ’ τα πόδια του. Αυτό που υπάρχει το κάνει συντρίμμια, όχι για χάρη τους, αλλά για χάρη του δρόμου που περνά ανάμεσά τους και οδηγεί σε ένα βαθύτερο, καλά κρυμμένο, αόρατο –αλλά γι αυτό όχι λιγότερο υπαρκτό- μυστικό στοιχείο.  Το πεδίο του ορατού είναι άλλωστε γι αυτούς που ζουν στο φως του κόσμου από πάνω.

Η αποκάλυψη αυτού του μυστικού στοιχείου -που όσο περισσότερο μας αφορά προσωπικά, τόσο περισσότερο κρίσιμο γίνεται- είναι η μόνος τρόπος που το έργο του Σουηδού σκηνοθέτη αποκτά μια ποιότητα επαναστατική. Η τελευταία, όμως, δεν ενσαρκώνει τίποτε το υψιπετές και ευπαρουσίαστο, δεν μοιάζει να κινείται μέσα στο φως κάποιου μεγαλείου (όπως συμβάινει στο έργο του Orson Welles). Είναι μονάχα η στιγμή που φέρνει στο φως τη θαμμένη και ανήλιαγη ζωή ενός στοιχείου μεταφυσικού, το οποίο ζει σε έναν κόσμο που είναι όλος τοίχωμα και αντίσταση στο σώμα, και η ιδιαιτερότητά του μπορεί να κυοφορηθεί μόνο υπόγεια, να προετοιμαστεί κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων.
   
Έτσι, τα δεδομένα που παρουσιάζει ο Bergman στις ταινίες του δεν αφορούν μόνο την κατάσταση στην οποία είναι πλεγμένοι οι χαρακτήρες του. Είναι τα δεδομένα ενός ερωτήματος που είναι κρυμμένο, συγκαλυμμένο στην κατάσταση, και οι ήρωες πρέπει να το ανασύρουν στην επιφάνεια. Η απάντηση σε αυτό το μυστικό ερώτημα δεν μπορεί να είναι μια απάντηση δράσης.

Οι ήρωές του δεν καλόυνται απλώς να δράσουν εντός μιας κατάστασης για να την αλλάξουν και να λύσουν το πρόβλημα, αλλά να πάρουν μια απόφαση, να αναλάβουν μια μεταφυσική απόπειρα να εξυψωθούν και να απελευθερωθούν από την κατάσταση αυτή. Δεν θα καταργήσουν την κατάσταση, αλλά θα την μεταποιήσουν σε κάτi άλλο. Οι κινηματογραφικές εικόνες δεν εμποτίζονται τόσο από τα δεδομένα των αδιέξοδων και προβληματικών καταστάσεων που παρουσιάζουν, για να παράγουν μια εκρηκτική δράση –κάτι τέτοιο άλλωστε θα ήταν απλώς μια υπερδιέγερση που σκεπάζει και συσκοτίζει το βαθύτερο ερώτημα-, όσο εμποτίζονται από ένα ριζικό μυστήριο, στο οποίο η ύπαρξη είναι αναγκαία παρούσα και όπου, δεν υπάρχει απάντηση αν δεν διατηρηθεί και δε γίνει σεβαστή η ερώτηση.
   
Ο Bergman, λοιπόν, είναι μεταφυσικός με τον εξής τρόπο: υπερβαίνει την ρεαλιστική και χρονολογήσιμη φυσική κατάσταση, κινούμενος προς ένα μεταφυσικό ερώτημα και υψώνει τα δεδομένα της κατάστασης (τα πρόσωπα και το φως, τον χώρο και την κίνηση) στην τάξη και την ένταση του ερωτήματος  αυτού, που στοιχειώνει την κατάσταση.

Αυτή είναι η διέξοδός του. Την ίδια στιγμή που δεν ανασαίνει ελεύθερα, παρά μόνο όταν βρει την ευκαιρία να σκάψει, και που φαίνεται πως δεν επιθυμεί τον ήλιο, παρά μόνο τη διάτρηση της πυκνότητας του σκοταδιού.

* Πού εντοπίζεται και πώς εμφανίζεται αυτή η  εξύψωση στις ταινίες του; Με ποιές οπτικές σταθερές επιδιώκει ο Bergman να σκεφτεί φιλοσοφικά-κινηματογραφικά; 

 
Στο επόμενο.. Μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη.

2 σχόλια:

Dynx είπε...

Διάβασα αρκετές φορές την ανάρτηση. Ωστόσο, προσωπικά δεν μπορώ να βρω τίποτα το μεταφυσικό στις ταινίες του Bergman. Αντιθέτως, τον βρίσκω απίστευτα γήινο, προσγειωμένο, ανθρώπινο...

Όχι ότι αυτό είναι κάτι κακό, απλώς πραγματικά ο Bergman είναι από τους τελευταίους σκηνοθέτες που θα χαρακτήριζα μεταφυσικό. Ίσως επειδή διαφωνώ με τον ορισμό του μεταφυσικού όπως τον σημειώνεις στην προτελευταία σου παράγραφο.

fidelio είπε...

Ονομαζω μεταφυσικο καθε χειρισμο και βλεψη του Bergman να μην περιοριστει στην φυσικη δραση των ηρωων του, να μην χαρασει αποκλειστικα την ταινια του στις χωροχρονικες συντεταγμενες της δρασης.

Οι τροποι που μεταμορφώνει τον χώρο και τη δράση είναι τετοιος που απελευθερωνει συγκρατημενα τους πρωταγωνιστες του απο τα στενα ορια της καταστασης στην οποια εχουν πιαστει. Τα ερωτηματα που θετουν είναι βαθυτερα, γι αυτο και υψηλότερα.

Αλλωστε όπως εγραψα στην αναρτηση, ο Bergman σκαβει συνεχως στο χώμα, είναι γηινος παρα παρα πολυ, αλλα επειδη φτάνει στο βαθος της υπαρξης, τα μυστηρια και τα ερωτηματα που βρισκει εκει ανυψωνουν την γηινη κατασταση σε ενα μη - γηινο, μη - φυσικό ύψος. Μεταφυσικο δηλαδη.

Κατι ανάλογο πράττει και ο Dreyer (θα κανω αναρτηση για τον "Λογο", προσεχώς).

Αν θες διαβασε την αναρτηση για το "Μεσα απο τον σπασμενο καθρεφτη", ως παραδειγμα για το πως εννοω το μεταφυσικο στον Bergman.

ShareThis

comments powered by Disqus
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...