expr:class='"loading" + data:blog.mobileClass'>
The motion pictures tell us the human story by overcoming the forms of the outer world,namely, space, time, and causality,
and by adjusting the events to the forms of the inner world,namely, attention, memory, imagination, and emotion.

Σκοπός του ιστολογίου

Στο ιστολόγιο αυτό επιχειρούμε να δείξουμε ότι ο κινηματογράφος έχει την δυνατότητα να σκέφτεται φιλοσοφικά και κυρίως να εμφανίζει το νόημα του οπτικά μέσα στις εικόνες. Η σύνθεση των εικόνων (που αφορούν την αίσθηση) και της σκέψης (που αφορά τη νόηση) γεννά τις κινηματογραφικές μορφές. Καλούμαστε να νιώσουμε τις κινηματογραφικές ταινίες και όχι απλώς να τις καταλάβουμε.

30.10.11

Η προοπτική και το βάθος του πεδίου: έλξη και απώθηση στη "Σιωπή" - Ingmar Bergman.

* Στις αναρτήσεις αυτές επιχειρούμε να δείξουμε ότι "ο κινηματογράφος έχει την δυνατότητα να σκέφτεται φιλοσοφικά" και κυρίως να εμφανίζει το νόημα του οπτικά μέσα στις εικόνες. Η σύνθεση των εικόνων (που αφορούν την αίσθηση) και της σκέψης (που αφορά τη νόηση) γεννά τις "μορφές". Καλούμαστε να "νιώσουμε τις κινηματογραφικές ταινίες" και όχι απλώς να τις καταλάβουμε. 

(Τα δύο πρώτα μέρη της τριλογίας της Σιωπής εδώ και εδώ).

Η Σιωπή (1963) είναι το τρίτο στάδιο μιας αναμέτρησης. Οι ήρωες βασανίστηκαν από τη σιωπή του Θεού, συνάντησαν το πρόσωπο του Άλλου (συνάντηση όχι γνώση), ένιωσαν με αγωνία τα όρια που θέτει στην επικοινωνία μεταξύ τους η έλλειψη πίστης και ο εγωισμός και τώρα βλέπουν να ξεθωριάζει ακόμα και η δυνατότητα της γλώσσας να δημιουργεί κοινούς τόπους μεταξύ τους. Τα πρόσωπα αναμετριούνται πλέον μόνο με τα δικά τους όρια: το σκοτάδι και τη σιωπή.

Το χάσμα της απόστασης που ανοίγεται επίφοβα ανάμεσα στις δύο αδερφές, η απουσία επικοινωνίας και η συναισθηματική ερήμωση που αυτή συνεπάγεται, δεσπόζουν θεματικά στην ταινία. Αυτή η αίσθηση της απομάκρυνσης αντανακλάται ποικιλοτρόπως στην οπτική σύνθεση των πλάνων και διαποτίζει τη διάθεση του χώρου. Η Σιωπή καθίσταται η πιό οπτικά τολμηρή ταινία της τριλογίας.

Στο πλάνο που θα σχολιάσουμε θα επιχειρήσουμε να δείξουμε τον τρόπο με τον οποίο η προοπτική που αποδίδει ο ευρυγώνιος φακός και το μεγάλος βάθος του πεδίου (την ποιητική δύναμη των δύο αυτών στοιχείων τη σχολιάσαμε ήδη στην ανάρτηση για τον Πολίτη Κέην), όχι μόνο συνδέεται με το θέμα της ταινίας, αλλά το ισχυροποιεί σε βαθμό καθοριστικό και οπτικά αποκαλυπτικό.

 

Η κίνηση στους δρόμους της πόλης έχει ελαττωθεί, οι εξωτερικοί θόρυβοι έχουν σχεδόν σωπάσει, οι καμπάνες της εκκλησίας γεμίζουν με τον υπόκωφο ήχο τους, για λίγα δευτερόλεπτα, τον αέρα και μετά σταματούν. Στο δωμάτιο επικρατεί σκοτάδι και σιωπή. Η πόρτα που χωρίζει τα δύο δωμάτια είναι ανοικτή και οι χώροι επικοινωνούν. Η Anna, στο βάθος του πλάνου, κάθεται μπροστά στον καθρέφτη, ανάβει τη λάμπα στο κομοδίνο της και εξετάζει τα χέρια της. Ο Johan στέκεται όρθιος δίπλα της. Οι δυο τους έχουν στρέψει σχεδόν τελείως την πλάτη τους προς τη μεριά μας. Η Ester κάθεται σε μια από τις δύο πολυθρόνες που βρίσκονται μπροστά από το κρεβάτι της, γέρνει το σώμα μπροστά και ανάβει το τρανζίστορ που είναι ακουμπισμένο πάνω στο ξύλινο, στρόγγυλο τραπεζάκι. Την βλέπουμε σε πρώτο πλάνο, βυθισμένη στο μισοσκόταδο. Το βλέμμα της είναι καρφωμένο στο τρανζίστορ από το οποίο αναδύεται η ονειρικής χροιάς μελωδία μιας από τις παραλλαγές Goldberg, του Bach (βλ. εικ. παραπάνω).

Η εναλλαγή ανάμεσα σε κοντινό και μακρινό πλάνο, χωρίς το πέρασμα από το ενδιάμεσο (περισσότερο ομαλό) μεσαίο πλάνο -ένα οπτικό μοτίβο που συναντήσαμε πολύ συχνά στις δύο πρώτες ταινίες της τριλογίας (link)- δεν καταργείται, αλλά κατά μία έννοια υπερβαίνεται. Η εκφραστική του δύναμη απορροφάται στο εσωτερικό του ίδιου πλάνου, καθώς ο Bergman προτιμά να χρησιμοποιήσει μικρό διάφραγμα του φακού στη μηχανή του, δημιουργώντας με αυτό τον τρόπο μεγάλο βάθος πεδίου  στην εικόνα του. Έτσι καθιστά ευκρινή όλα όσα κινούνται ή στέκονται μέσα στο χώρο.

 Κατ’ αυτό τον τρόπο το πλάνο που βλέπουμε είναι ταυτόχρονα κοντινό και μακρινό. Η εμφατικότητα που αποκτά η παρουσία του προσώπου της Ester -που στέκεται σχεδόν βυθισμένη στο σκοτάδι σε πρώτο πλάνο (κοντινό)- συνδυάζεται τολμηρά με την εκφραστική οξύτητα που έχουν αποκτήσει (λόγω της ευκρίνειας που προσφέρει το βάθος του πεδίου) οι μορφές του Johan και της μητέρας του -που στέκονται φωτισμένες στο βάθος του χώρου (μακρινό πλάνο).

- Η αντιθεση αναμεσα στο σκοταδι που περικλείει την μορφή της Ester και στο φως που περιβάλλει τις μορφές της Αννας και του Γιόχαν στο βαθος, ενισχύει την αισθηση της αποξένωσης μεταξύ των δύο αδελφών.
- Η διάταση της προοπτικής που προκαλεί ο ευρυγώνιος φακός (που διογκώνει του όγκους σε πρώτο πλάνο και συμπιέζει εκείνους στο βάθος) δημιουργεί  την οπτική αίσθηση της απόστασης μεταξύ των ηρώων, εμφανίζοντας τη συναισθηματική τους απομάκρυνση.
- Την ίδια στιγμή η ευκρίνεια που έχουν αποκτήσει οι μορφές τόσο στο πρωτο πλάνο όσο και στο βαθος του χώρου (αποτελεσμα του μικρού διαφράγματος) αποκαλύπτει μια δυναμική τάση αμοιβαίας σχέσης μεταξύ τους. Οι μορφές απευθύνονται σιωπηλά η μια στην αλλη μέσα στην ευκρίνεια που της διακρίνει.

Αυτή η συνθετική σκηνοθεσία στο εσωτερικό του ίδιου πλάνου καθιστά ορατή τη ταυτόχρονη σχέση έλξης και απωθησης ανάμεσα στις δύο αδελφές. Ο όψη του χώρου αποκτά μια αμφίρροπη διανυσματική τάση απομάκρυνσης και εγγύτητας των μορφών, η κρισιμότητα της οποίας τονίζεται ανησυχητικά. Οι ήρωες μπορούν ανά πάσα στιγμή να γλιστρήσουν προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. 

Η αγωνία της συναισθηματικής απομόνωσης και της έλλειψης επικοινωνίας μπορεί να τους παρασύρει στο σκοτάδι και τη σιωπή, ενώ η επιθυμία της ζεστασιάς και της ψυχικής εγγύτητας μπορεί να τους τραβήξει στο βάθος του φωτός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ShareThis

comments powered by Disqus
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...