expr:class='"loading" + data:blog.mobileClass'>
The motion pictures tell us the human story by overcoming the forms of the outer world,namely, space, time, and causality,
and by adjusting the events to the forms of the inner world,namely, attention, memory, imagination, and emotion.

Σκοπός του ιστολογίου

Στο ιστολόγιο αυτό επιχειρούμε να δείξουμε ότι ο κινηματογράφος έχει την δυνατότητα να σκέφτεται φιλοσοφικά και κυρίως να εμφανίζει το νόημα του οπτικά μέσα στις εικόνες. Η σύνθεση των εικόνων (που αφορούν την αίσθηση) και της σκέψης (που αφορά τη νόηση) γεννά τις κινηματογραφικές μορφές. Καλούμαστε να νιώσουμε τις κινηματογραφικές ταινίες και όχι απλώς να τις καταλάβουμε.

14.9.13

Cogito ergo film - Η σκέψη στο σινεμά: Η κίνηση – Ο ρυθμός.


*Mια απαραίτητη διευκρίνιση για την διαφορά της ταχύτητας (tempo) από τον ρυθμό. Ο ρυθμός μιας μουσικής σύνθεσης είναι σταθερός άπαξ και η σύνθεση ολοκληρωθεί. Ρυθμό ονομάζουμε τον τρόπο με τον οποίο οι νότες οργανώνονται μέσα στο χρόνο. Αυτό είναι πολύ συγκεκριμένο και δεν εξαρτάται καθόλου από την ταχύτητα της εκτέλεσης. Είναι μία έννοια που έχει να κάνει με αναλογίες και όχι με απόλυτα μεγέθη ή διάρκειες. αντίστοιχα στο σινεμά, ο ρυθμός μιας ταινίας αφορά τη σχέση αναλογίας των πλάνων μεταξύ τους. Για παράδειγμα, όσο πλησιάζουμε στην κορύφωση μιας ταινίας μυστηρίου, τα πλάνα διαρκούν λιγότερο, για να δημιουργήσουν την αίσθηση της αγωνίας και της έντασης που προκαλεί η γρηγορότερη εναλλαγή πλάνων. αν το πρώτο πλάνο διαρκεί Α (ας πούμε 10 δευτερόλεπτα), το επόμενο 3/4 του Α (7,5 δευτ.)και το επόμενο 2/4 του Α (5 δευτ.), αυτή είναι η ρυθμική σχέση των πλάνων μεταξύ τους. Ο ρυθμός δεν αλλάζει ακόμα και αν αποφασίσουμε να αυξήσουμε στο διπλάσιο την ταχύτητα στην οποία βλέπουμε την ταινία. Τότε η διάρκεια του πρώτου πλάνου θα είναι 5 δευτ. αντί για 10, το επόμενο θα είναι 3/4 του 5, και το τελευταίο 2/4 του 5. Φυσικά η αίσθηση της ταινίας θα αλλάξει, αλλά αυτό αφορά της ΤΑΧΥΤΗΤΑ και όχι τον ΡΥΘΜΟ. Έτσι, αυτό που ενδεχομένως μας κουράζει σε μια ταινία του Αγγελόπουλου ή του Ταρκόφκι είναι το αργό τέμπο, και όχι ο αργός ρυθμός. 

Σε ό,τι αφορά τον ρυθμό μια ταινίας, υπάρχουν δύο άκρα για τα οποία θα μιλήσουμε.



Υπάρχει μια ισορροπία ανάμεσα σε δύο εν-τάσεις του κινηματογράφου που γίνεται αισθητή από εμάς ως αυτό που (λανθασμένα, όπως εξηγήσαμε παραπάνω) ονομάζουμε ρυθμό μιας ταινίας. Από τη μια μεριά έχουμε την ένταση των εξωτερικών γεγονότων, δηλαδή της δράσης που ξετυλίγεται στον χώρο, και από την άλλη μεριά έχουμε την ένταση των εσωτερικών γεγονότων –τα συναισθήματα, την διάθεση, την σκέψη- που απαιτούν περισσότερο χρόνο για να γίνουν ορατά στον χώρο (αφού το σινεμά κινηματογραφεί την κίνηση στον χώρο). Θα μπορούσαμε να ονομάσουμε το πρώτο χαρακτηριστικό δύναμη και το δεύτερο ποιότητα.  



 Υπάρχουν ταινίες που τείνουν προς μια διόγκωση και υπερπροβολή της εξωτερικής δράσης, και ταινίες που οδηγούνται στην αντίθετη κατεύθυνση.



 Στην πρώτη περίπτωση ανήκει το κυρίαρχο ρεύμα, που προωθείται από πολλές μεγάλες εταιρείες παραγωγής στις ΗΠΑ, μια αισθητική της βίας και του τρομακτικού στοιχείου. Η εξωτερική δράση, η βία και η ένταση των εικόνων αποκτά μια υπερβολική αυτονομία. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι κινηματογραφικές εικόνες να συμπεριφέρονται σχεδόν επιθετικά, ο «ρυθμός» γίνεται τόσο γρήγορος, τα πλάνα διαδέχονται καταιγιστικά το ένα το άλλο, και ο εξωτερικός δυναμισμός των κινήσεών οξύνεται στο έπακρο. Έτσι χάνεται η επικοινωνία με την εσωτερική ζωή των σχέσεων μεταξύ των ηρώων, μειώνεται η εσωτερική ευγλωττία των εικόνων, δηλαδή η ικανότητά τους να εκλεπτύνουν την δύναμή τους και να εκφράζουν και περισσότερο μύχιες  διακυμάνσεις του νοήματος και του συναισθήματός τους.



-Σε ταινίες όπως το 2 Fast 2 Furious, Face Off, O πόλεμος των κόσμων, 2012, Matrix 3,  που κατά κανόνα ανήκουν στις λεγόμενες ταινίες δράσεις ή τις περιπέτειες,  αργά η γρήγορα οδηγούμαστε σε καταιγιστικές σκηνές καταδίωξης, εκρήξεις βίας και ακατάσχετο πιστολίδι. Το γρήγορο και κοφτό μοντάζ αποκτά συντριπτικό χαρακτήρα, ο οποίος κατά κανόνα καλύπτει ή εμποδίζει την εσωτερική εκφραστικότητα των γεγονότων και των χαρακτήρων. Ο ρυθμός μας κρατάει εκεί, η προσοχή μας είναι τεταμένη, αλλά δεν υπάρχει συνήθως χρόνος για πολλές σκέψεις, συναισθήματα, και μια βαθύτερη σχέση μας με τον κόσμο της ταινίας.



 Στη δεύτερη περίπτωση συναντούμε το παράδειγμα μιας αισθητικής γενικευμένης βραδύτητας και αργών πλάνων. Μια τέτοια τάση επικράτησε, για παράδειγμα, στην ελληνική κινηματογραφική παραγωγή στις αρχές του 70', πιθανότατα υπό την επίδραση του έργου του Αγγελόπουλου. Στην προσπάθεια να τονιστεί η δύναμη της εσωτερικότητας, της στοχαστικότητας και της εκλέπτυνσης, οι σκηνοθέτες κατέφυγαν σε μία μόνιμη τάση βραδύτητας. Αυτή η βραδύτητα -που έχει μια αυθεντική, ποιητική και στοχαστική, λειτουργία στον Αγγελόπουλο, τον Ταρκόφσκι, τον Αντονιόνι, τον Μπέλα Ταρρ- οδηγήθηκε καταχρηστικά σε μια υποτονικότητα, αυταρέσκεια και ληθαργικότητα, αφού εξασθένησε καθοριστικά την εξωτερική ζωηρότητα και τον δυναμισμό της κίνησης.



Αυτό που ενδεχομένως μας κουράζει στο σινεμά του Ταρκόφσκι ή του Αγγελόπουλου είναι ο «αργός ρυθμός», o οποίος όμως έχει αυθεντική δυναμική και στοχαστικό βάθος που δεν θα μπορούσε να δοθεί αλλιώς, παρά με την εικόνα-χρόνο.



Η διάρκεια των εικόνων και της κίνησης είναι το πλέον καθοριστικό στοιχείο για την δημιουργία της ατμόσφαιρας και της αίσθησης των ταινιών αυτών.




-  Στην Νοσταλγία του Ταρκόφσκι, ο ήρωας επιχειρεί ξανά και ξανά να ανάψει και να κρατήσει αναμμένο ένα κερί καθώς διασχίζει μια μικρή πισίνα με νερό. Η σκηνή κυλά σε πραγματικό χρόνο, η προσπάθεια του ήρωα εμφανίζεται μπροστά μας με όλη της την αγωνία, την καθαρτική και συμβολική της δύναμη, μας δίνεται ο χρόνος για όλες τις πιθανές σκέψεις, για όλες τις λεπτομέρειες που μπορούμε να δούμε, ώσπου η σκέψη μπορεί να σταματήσει και να μείνει ένα καθαρό βλέμμα μπροστά σε μια κινηματογραφική εικόνα.






- Στο Λιβάδι που δακρύζει, του Αγγελόπουλου, η στιγμή της αποχώρησης του πληθυσμού από το πλημμυρισμένο χωριό αποκτά μια αίσθηση ιεροτελεστίας, θρήνου και μεγαλειώδους ομορφιάς ακριβώς επειδή η διάρκεια του βλέμματος δεν αγγίζει απλώς τα πράγματα, αλλά τα μελετά και τα νιώθει όλο και πιο βαθειά, καθώς ο χρόνος δίνει την δυνατότητα στα πιο βαθιά και δυνατά συναισθήματα να αναδυθούν στην επιφάνεια των εικόνων, να μεταμορφώσουν την αίσθηση του χώρου φέρνοντάς τον σε επαφή με το βάθος του χρόνου.






- Στο Άλογο του Τορίνο, οι ίδιες σκηνές επαναλαμβάνονται από μέρα σε μέρα. Ο πατέρας σηκώνεται, ντύνεται, πηγαίνει να φέρει νερό, ξεφλουδίζει τις πατάτες, κάθεται, ξεντύνεται, κοιμάται, η κόρη τον βοηθά. Το μόνο που διαχωρίζει τις σκηνές μεταξύ τους είναι ο χώρος δηλαδή η θέση τους μέσα στην καθημερινότητα των δύο πρωταγωνιστών, καθώς σέρνουν την ύπαρξή τους  από μέρα σε μέρα. Η μητέρα –μήτρα γέννησης και δημιουργίας- απουσιάζει. Η ιστορία σταματά την έκτη μέρα. Η έβδομη της δημιουργίας δεν θα ανατείλει ποτέ. Ο Bela Tarr κινηματογραφεί τον μικρό καθημερινό θάνατο, την επανάληψη ως την όψη του θανάτου, κινηματογραφεί τον άνθρωπο στον χώρο, χωρίς χρόνο, χωρίς δημιουργία, κινηματογραφεί αργά και σκοτεινά τον ζόφο  της ψυχής, καθώς το Άλλο απουσιάζει.






- Στον Λόγο του Dreyer, το βλέμμα παραμένει ακίνητο ή όταν κινείται, σταματά και ξεκινά την (αργή πάντοτε) κίνησή του  στο σημείο όπου βρίσκονται οι πρωταγωνιστές.  Έτσι η αργή κίνηση διαγράφει το διάνυσμα του χώρου, ο οποίος εκτείνεται με γνώμονα τις ανθρώπινες παρουσίες. Η κίνηση ορίζει τον χώρο και όχι το αντίστροφο. Επιπλέον η βραδύτητα της κίνησής της, σχεδόν υπνωτιστική, αποδίδει μια ονειρική διάθεση στα δρώμενα, η οποία διάθεση θα ανατραπεί στην τελευταία οπτικά αποκαλυπτική σκηνή.



Αυτές οι ταινίες θα ήταν άλλες ταινίες χωρίς αυτή την κίνηση και την συνακόλουθη αίσθηση, διάθεση και σκέψη που εμφανίζουν. (Δεν λέμε «σημαίνουν», δεν λέμε «συμβολίζουν», γιατί το αργό πλάνο στον Αγγελόπουλο δεν συμβολίζει τον θρήνο, το αργό πλάνο στον Τάρκόφσκι δεν σημαίνει δοκιμασία η εσωτερική διάθεση: αυτά τα πλάνα είναι το βλέμμα ενός ζωντανού ψυχισμού –του σκηνοθέτη- που αισθάνθηκε, σκέφτηκε, ένιωσε και οπτικοποίησε έτσι ένα μάγμα σκέψης, αίσθησης, διάθεσης).

Πρέπει να μάθουμε να αναπνέουμε μέσα στην ατμόσφαιρα κάθε ταινίας. Κι αυτός είναι ο λόγος που όλες οι ταινίες δεν μας αγγίζουν το ίδιο, ούτε και έχει νόημα να χρησιμοποιούμε μια αμιγώς τεχνική γλώσσα για να μιλήσουμε γι αυτές. 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

ShareThis

comments powered by Disqus
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...