expr:class='"loading" + data:blog.mobileClass'>
The motion pictures tell us the human story by overcoming the forms of the outer world,namely, space, time, and causality,
and by adjusting the events to the forms of the inner world,namely, attention, memory, imagination, and emotion.

Σκοπός του ιστολογίου

Στο ιστολόγιο αυτό επιχειρούμε να δείξουμε ότι ο κινηματογράφος έχει την δυνατότητα να σκέφτεται φιλοσοφικά και κυρίως να εμφανίζει το νόημα του οπτικά μέσα στις εικόνες. Η σύνθεση των εικόνων (που αφορούν την αίσθηση) και της σκέψης (που αφορά τη νόηση) γεννά τις κινηματογραφικές μορφές. Καλούμαστε να νιώσουμε τις κινηματογραφικές ταινίες και όχι απλώς να τις καταλάβουμε.

23.3.14



Σήμερα θα επιχειρήσουμε μια σύνδεση ανάμεσα σε έναν φιλόσοφο, έναν θεατρικό σκηνοθέτη, και έναν κινηματογραφικό σκηνοθέτη. Θα ξεκινήσουμε από την φιλοσοφική πρόταση Esse est percipi (Είμαι, σημαίνει γίνομαι αντιληπτός) και θα φτάσουμε μέχρι… το Μηδέν. Οδηγός μας θα είναι τα τρία "Βήτα" του τίτλου. κατα σειρά: Berkeley - Beckett - Bergman.


Ξεκινάμε από το αξίωμα του Αγγλο-Ιρλανδού φιλοσόφου George Βerkeley "To be is to be perceived" (Είμαι, σημαίνει γίνομαι αντιληπτός). Ένα αντικείμενο υπάρχει επειδή κάποιος το κοιτάζει. Το τραπέζι μπροστά μας "Είναι" επειδή το βλέπουμε, επειδή δηλαδή το αντιλαμβανόμαστε. Όσο έναν αντικείμενο γίνεται αντιληπτό από κάποιον, τότε υπάρχει.  Τί συμβαίνει όμως αν ένα πράγμα δεν γίνεται αντιληπτό από κανέναν; Τι μένει απ’ αυτό; Υπάρχει ή όχι;


Περνάμε στον Beckett, ο οποίος αν και είναι θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης, ξεκινά από το αξίωμα του Berkeley και στοχάζεται κινηματογραφικα πάνω στα στάδια της αντίληψης, με την ταινία μικρού μήκους Film (1965), με πρωταγωνιστή τον Buster Keaton.. (ανάρτηση για την ταινία


Στην ταινία του Beckett, ένας άνθρωπος προσπαθεί να ξεφύγει από τα βλέμματα των άλλων, τρέχει κατα μήκος ενός τοίχου, ώσπου  φτάνει στο κτήριο όπου μένει, ανεβαίνει τις σκάλες, μπαίνει στο δωμάτιό του και κλείνει την πόρτα. Ενόσω τρέχει κατα μήκος του τοίχου, η κάμερα-βλέμμα-αντίληψη τον ακολουθεί από σταθερή απόσταση και σταθερό σημείο (σε γωνία 45 μοιρών). Όταν μπαινει στο δωμάτιό του έχει ξεφύγει από το βλέμμα εκείνο που τον αντιλαμβάνεται ως δράση (συγκεκριμένα ως κίνηση του σώματος μέσα στον χώρο - κατά μήκος τουτοίχου). Η εικόνα - δράση έχει εξαλειφθεί. 


Έπειτα προσπαθεί να "σβήσει" κάθε άλλο βλέμμα γύρω του, αυτή τη φορά στον ιδιωτικό του χώρο, κάθε βλέμμα που τον κοιτάζει και τον αντιλαμβάνεται όχι πλέον ως δράση (κίνηση μέσα στον χώρο) αλλά ως παρουσία στον χώρο (ως αντίληψη που γίνεται με τη σειρά της αντιληπτή). Έτσι, κλείνει τις κουρτίνες στο παράθυρο, που επιτρέπει εισβολή ξένων βλεμμάτων, σκεπάζει την γυάλα με το ψάρι που τον κοιτάζει, βγάζει τα κατοικίδια έξω από το δωμάτιο, τέλος καλύπτει τον καθρέφτη που μπορεί να επιστρέψει πανω του το δικό του βλέμμα. Πλέον δεν υπάρχει τίποτα μέσα στο δωμάτιο που να μπορεί να τον δει. Η κάμερα απελευθερώνεται λίγο και τώρα κινείται σταθερά πίσω από τον ήρωα αλλά αυτή τη φορά δεν έχει μόνο ένα σταθερό σημείο, αλλά κινείται σε έυρος γωνίας 90 μοιρών. Η εικόνα - αντίληψη τελειώνει.


Όταν τέλος ο ήρωάς μας αποκοιμιεται στην κουνιστή πολυθρόνα, η κάμερα-βλέμμα που τον παρακολουθούσε απελευθερώνεται ολοκληρωτικά, κινείται ελεύθερα μέσα στο δωμάτιο και τελικά στέκεται μπροστά στον πρωταγωνιστή και στρέφεται σε αυτόν κατα πρόσωπο. Εκείνος ξυπνά και βλέπει έντρομος μπροστά του το ίδιο του το πρόσωπο. Η αυτο-αντίληψη είναι το τελευταίο στάδιο, εκείνο που δεν περίμενε να συναντήσει, εκείνο που τον έκανε να κλείσει τα μάτια και να βυθιστεί στο σκοτάδι. Αντιμέτωπος με το δικό του βλέμμα, ο ήρωας καταλήφθηκε από τρόμο. Αυτό που μένει στο σινεμά του Beckett, αυτό που φτάνει πιό βαθεία, δεν είναι η εικόνα-δράση, ούτε η εικόνα-αντίληψη, αλλά η εικόνα-συναίσθημα. Συναίσθημα τρόμου και αγωνίας σε κοντινό πλάνο.


Και έτσι φτάνουμε στον Bergman, ο οποίος θεωρούσε το κοντινό πλάνο ως τον κατεξοχήν τρόπο του σινεμά να φτάσει στο βάθος της ανθρώπινης ψυχής (και το κοντινό πλάνο στο πρόσωπο ενός ανθρώπου είναι η πιό χαρακτηριστική εικονα-συναίσθημα). Έναν χρόνο μετά το Film του Beckett, έρχεται η ταινία Persona (1966) του Bergman, που φιλοσοφεί πανω στη σχέση του Φαινομαι (γίνομαι αντιληπτός απο τους άλλους) και του Είμαι (αυτό που μένει όταν δεν γίνομαι αντιληπτός από κανέναν,όταν δεν εκτίθεμαι στα βλέμματα των άλλων, όταν δεν χρειάζεται να υποκρίνομαι).


Στην Persona, οι δύο πρωταγωνίστριες χάνουν πρώτα τον κοινωνικό τους ρόλο, αυτόν με τον οποίο γίνονται αντιληπτοί μέσα στην κοινωνιά: η Elisabet είναι θεατρική ηθοποιός και μια μέρα, κατά τη διάρκεια της παράστασης, ξαφνικά σταματά και αρνείται να παίξει άλλο, αποφασίζει να παραμείνει σιωπηλή και ανέκφραστη. Ο ρόλος της ως ηθοποιού, χάνεται. Η Alma είναι νοσοκόμα και αναλαμβάνει να την φροντίσει. Όμως, καθώς βλέπει ότι η Elisabet δεν αντιδρά στην φροντίδα της, γίνεται σιγά σιγα όλο και πιό επιθετική, εγκαταλείπει τον κοινωνικά αποδεκτό ρόλο της νοσοκόμας.


Έπειτα οι δύο ηρωίδες χάνουν την επικοινωνια μεταξύ τους (η επικοινωνια προϋποθέτει δυο διακριτούς-διαφορετικούς ανθρώπους), και τέλος χάνουν την ιδία την ατομίκότητά τους. Όσο προχωράει η ταινία, οι δυο κοπέλες μοιάζουν μεταξύ τους όλο και περισσότερο, ντύνονται και συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο, η μια αντηχεί τις αναμνήσεις τις άλλης και οδηγούνται σε μια τρομακτική όσμωση χαρακτήρων.


Αυτό που ο Βeckett παρουσιάζει σε οριζόντιο άξονα -τα δύο πρόσωπα του πρωταγωνιστή που κοιτάζονται face to face, με δύο κοντινά πλάνα σε αυτά- ο Bergman το παρουσιάζει σε κάθετο άξονα, όταν τα δύο μισά των προσώπων των ηρωίδων ενώνονται σε ένα παραμορφωμένο τρίτο πρόσωπο (ή μη-πρόσωπο) στο ίδιο κοντινό πλάνο.



Ο Bergman ξεκινά από την ίδια σκέψη του Berkeley, περνά τα στάδια της αντίληψης του Beckett και καταδύεται στο βάθος της ύπαρξης. Ίσως περισσότερο από κάθε άλλο σκηνοθέτη, οδηγεί τα πρόσωπα στο Μηδέν και αυτό που συναντούν εκεί είναι η άβυσσος του δικού τους βλέμματος, και ο φόβος της εκμηδένισης.
                                           
                                                   ------

Το ιδiαίτερο στοιχείο σ' αυτές τις ταινίες είναι ότι, παρότι ξεκινούν και οι δύο από μια φιλοσοφική σκέψη δεν φιλοσοφούν με τον Λόγο (γράφοντας φιλοσοφικά δοκίμια, όπως έκανε ο Berkeley) , αλλά σκέφτονται φιλοσοφικά με κινηματογραφικό τρόπο (με την θέση και την κίνηση της κάμερας, με την απόσταση και τα κοντινά πλανα, με τις φωτοσκιάσεις και τις διπλοτυπίες). Δεν αποτελούν απλώς αφορμή για -φιλοσοφική- σκέψη, αλλά εμφανίζουν την φιλοσοφική τους σκέψη κινηματογραφικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ShareThis

comments powered by Disqus
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...