expr:class='"loading" + data:blog.mobileClass'>
The motion pictures tell us the human story by overcoming the forms of the outer world,namely, space, time, and causality,
and by adjusting the events to the forms of the inner world,namely, attention, memory, imagination, and emotion.

Σκοπός του ιστολογίου

Στο ιστολόγιο αυτό επιχειρούμε να δείξουμε ότι ο κινηματογράφος έχει την δυνατότητα να σκέφτεται φιλοσοφικά και κυρίως να εμφανίζει το νόημα του οπτικά μέσα στις εικόνες. Η σύνθεση των εικόνων (που αφορούν την αίσθηση) και της σκέψης (που αφορά τη νόηση) γεννά τις κινηματογραφικές μορφές. Καλούμαστε να νιώσουμε τις κινηματογραφικές ταινίες και όχι απλώς να τις καταλάβουμε.

25.6.15

Το Νέο Κύμα - 2 "Η τελευταία μέρα και το Dasein"

Tadeusz Konwicki - Ostatni Dzien Lata  (Η τελευταία μέρα του καλοκαιριού - 1958)





Μια γυναίκα, την τελευταία μέρα των διακοπών της, γνωρίζει έναν άντρα που εμφανίζεται μυστηριωδώς σε μια ερημική παραλία. Ένα έντονο φλερτ αναπτύσσεται μεταξύ τους και οι δύο ήρωες επιχειρούν με αλλεπάλληλες προσπάθειες να πλησιάσουν ο ένας τον άλλο, να επικοινωνήσουν, να μοιραστούν τα συναισθήματά τους, να χτίσουν έναν κοινό τόπο σχέσης· κάθε απόπειρα προσέγγισης μοιάζει να προχωρά ένα βήμα μακρύτερα, αλλά την ίδια στιγμή η αρμονική τάση της κίνησης αυτής διακόπτεται από κάποια παραφωνία, έναν μετέωρο δισταγμό που εισβάλλει βίαια και μια υποχώρηση που εμποδίζει συνεχώς την αναστροφή του κλίματος και αναστέλλει την πολυπόθητη ανάκτηση ενός κοινού ορίζοντα. Εκείνος της ζητάει να μείνει μαζί του. Εκείνη αποκοιμιέται δίπλα του και όταν ξυπνάει, ο άντρας έχει φύγει.

            Τα υφολογικά χαρακτηριστικά του Νέου Κύματος μπορούν να εντοπιστούν με καθαρότητα στην ταινία αυτή, όπως: i) η υιοθέτηση ενός σχεδόν νατουραλιστικού ύφους στον τρόπο που παίζουν οι ηθοποιοί με παράλληλη ενθάρρυνση της πρακτικής του αυτοσχεδιασμού, ii) η περισσότερο χαλαρή – σε σύγκριση με τον κλασσικό κινηματογράφο - αφηγηματική δομή όπου δεν κυριαρχεί η σχέση αίτιου-αιτιατού, άλλα η αίσθηση της ρευστότητας της πραγματικότητας, που οδηγείται σε ένα αμφίσημο τέλος [1] (όσο απρόσμενα εμφανίζεται ο άντρας στην παραλία, τόσο ξαφνικά και ανεξήγητα εξαφανίζεται στην τελευταία σκηνή), και τέλος iii) η παιγνιώδης διάθεση και οι ξαφνικές  ανατροπές στη φύση των ηρώων, καθώς και η ελαφρότητα και το χιούμορ που εμφανίζονται κατά διαστήματα, τα οποία όμως λειτουργούν αντιστικτικά στην αφήγηση και δεν αναιρούν την τραγικότητα των καταστάσεων αλλά την επιτείνουν.

ο Πολωνός σκηνοθέτης δεν ενδιαφέρεται καθόλου να σκιαγραφήσει τους δύο ήρωες μέσα από «βιογραφικά» στοιχεία για το παρελθόν τους ή μέσα από καταστάσεις και προβλήματα που αυτοί καλούνται να αντιμετωπίσουν. αφαιρεί εξ αρχής από την ταινία του τους «παραδοσιακούς» κινηματογραφικούς αρμούς: Τα ονόματα των ηρώων απουσιάζουν, όπως επίσης και μια έστω στοιχειώδης ιστορία ή αναφορά στο παρελθόν των χαρακτήρων. Η, ήδη ασυνήθιστη, πλοκή θρυμματίζεται μέσα στην απλότητά της που διακόπτεται και προχωρά ακριβώς μέσα από τις διακοπές αυτές.

Η λογική των πλάνων που ακολουθείται  από την έναρξη έως το τέλος της ταινίας είναι μια εναλλαγή κοντινών και πολύ μακρινών πλάνων με τρόπο που συνθέτουν ένα κυκλικό μοτίβο, που συνεχώς επανέρχεται δίχως να κλείνει τον κύκλο του. Αυτή η λογική δεν κρυσταλλώνεται ποτέ ολοκληρωτικά ούτε προς το ένα άκρο τους, ούτε προς το άλλο: Ο Κονβίτσκι δεν μας επιτρέπει να εδραιώσουμε την αίσθηση μιας πανοραμικής άποψης του χώρου όπου όλα μπορούν να ιδωθούν ταυτόχρονα, να αποκτήσουν μια θέση στο σύνολο, ώστε τίποτα να μην ξεχωρίζει ως μοναδικότητα – η επικράτηση των μακρινών πλάνων θα επέτρεπε μια τέτοια αίσθηση - , ούτε όμως από την άλλη μεριά μας επιτρέπει να αναπτύξουμε ένα βλέμμα απορρόφησης και ταύτισης με τα πρόσωπα. Σε κανένα πρόσωπο δεν δίνεται αρκετός χώρος ώστε να σταθεί μόνο του, να γίνει η κύριος χαρακτήρας της ταινίας, ούτε όμως δίνεται ο χρόνος ώστε το περιβάλλον να εγκολπώσει  τα πρόσωπα, να τα χωνέψει και να τα οδηγεί στην εκμηδένισή τους. 

Θαρρώ πως ο Κονβίτσκι επιχειρεί να μιλήσει, (να προβληματιστεί; να αισθανθεί; να φιλοσοφήσει;) περί εκείνης της συνθήκης (συν)ύπαρξης, για την οποία ο Ρουσώ μας έδωσε μια – μάλλον φτωχή – εικόνα με την ονομασία του «συμβολαίου», αργότερα ο Νίτσε στον Ζαρατούστρα του την αποκάλεσε ένα πείραμα, μια μακρά αναζήτηση και όχι ένα συμβόλαιο, και ο Χάιντεγκερ της περιέγραψε θέτοντας το “Συν-είναι” , “είναι-μαζί με” (Μitsein) ως το συστατικό του εδώ-να-είναι (Da-sein). 

«Η τελευταία μέρα του Καλοκαιριού» μέσα από την λογική των μορφών της, ριζοσπαστικοποιεί τη θεματική του “μαζί με” ως το βασικό στοιχείο του Είναι,  ως μια συν-ουσία μέσα στον κόσμο. Εδώ το σινεμά προτείνεται στη σχέση του με τον κόσμο και τη σκέψη από μια άλλη σκοπιά: όχι ως εικονογράφηση μιας ιδέας που προϋπάρχει και ορίζει το πλαίσιο προσέγγισης και ερμηνείας της ταινίας, όχι ως δεκανίκι της σκέψης,  -ως  ερέθισμα και αφορμή σκέψη - , αλλά ως δυνατότητα να νιώσουμε - ήτοι, να σκεφτούμε και να αισθανθούμε -   με άλλα μέσα. 

Στο επόμενο: Το κινηματογραφικό κοντραπούντο.




[1]  Το ίδιο αμφίσημο τέλος συναντάμε έναν χρόνο αργότερα στις ταινίες «Τα 400 Χτυπήματα», του Φρανσουά Τρυφώ, και στο "Με κομμένη την ανάσα" του Ζαν Λύκ Γκοντάρ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ShareThis

comments powered by Disqus
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...